05/12/201918:20

Όσο κρατάει ένας καφές, με τον συνθέτη Σπύρο Παρασκευάκο από τον Πύργο Ηλείας

Στη – μετά τον Θέμη Καραμουρατίδη – νεότερη γενιά των πιο επιτυχημένων Ελλήνων συνθετών ανήκει σίγουρα ο Σπύρος Παρασκευάκος που το Σάββατο 30/11 έδωσε συναυλία στην Αγγλικανική Εκκλησία της Αθήνας.

Η αρχή της συζήτησης μας με τον Σπύρο Παρασκευάκο έχει θέμα τον δεύτερο προσωπικό του δίσκο, την «Τρίτη έξοδο» που κυκλοφόρησε το 2017 από τη Μικρή Άρκτο«Κάτι έκανε αυτός ο δίσκος, ακούστηκε» σχολιάζω και δεν διαφωνεί καθόλου: «Ακούστηκε, γιατί πιστεύω πως ήταν ένας πολύ ωραίος δίσκος με τη συμμετοχή του Φοίβου Δεληβοριά, ο οποίος μας στηρίζει και τον αγαπάμε. Ωστόσο, το airplay όλο πήρε το κομμάτι ”Μαμά, μπαμπά” ειδικά μετά την παρουσίαση του στην εκπομπή του Σπύρου Παπαδόπουλου, όπου πήραμε μέσα σε λίγο καιρό πάνω από ένα εκατομμύριο views»! Πέραν των views, η «Τρίτη έξοδος» πήγε σχετικά καλά κι από πωλήσεις για τα δεδομένα τουλάχιστον της σημερινής δισκογραφίας.

Την περίοδο των σπουδών του στη Μυτιλήνη, ο Σπύρος άρχισε να βάζει τα όρια του σχετικά με την «ταυτότητα» και τις επιλογές του. «Το ζήτημα δεν ήταν ακριβώς οι επιλογές μου, αλλά η γενικότερη αισθητική» μου λέει, αναφερόμενος στην πόλη που μεγάλωσε. «Τον αγαπώ τον Πύργο, αλλά αισθητικά δεν μου ταίριαξε ποτέ κι αυτό μπορεί να μην το περίμεναν οι δικοί μου». Στην Αθήνα πια ήρθε μόνιμα το 2011 κι έπιασε δουλειά ως σερβιτόρος – αυτή ήταν μία μόνο απ’ τις πολλές δουλειές που άλλαξε, αφού δουλεύει ασταμάτητα από τα 19 του, ακριβώς εδώ και μία δεκαετία δηλαδή. «Ναι μεν με σπούδαζαν οι γονείς μου, αλλά έπρεπε να κάνω τα μαθήματα μου στη μουσική, να πάρω το πρώτο μου πιάνο, πράγματα που δεν θα μπορούσα να απαιτήσω, σπουδάζοντας και τόσο μακριά τους». Οι σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου ήταν στο Τμήμα Περιβάλλοντος, αλλά έκανε και μουσική στο Ωδείο του νησιού με δασκάλα τη Νίκη Κεραμέκη«Ήταν μία υπέροχη δασκάλα η Κεραμέκη με σπουδαίο background, αλλά και σαν προσωπικότητα. Καταλάβαινε τη ”φύση” μου και τα προβλήματα μου στο να συγκεντρωθώ σε ένα κλασικό κομμάτι, αφού μπορεί να έπαιζα κάτι και μετά από δέκα λεπτά να έπαιζα ένα άλλο δικό μου. Με έβαζε σε ένα πλαίσιο χωρίς να κόψει τον δημιουργικό μου οίστρο». Χρωστάει πολλά σ’ αυτή τη γυναίκα, ως φαίνεται, ο Σπύρος, εφόσον του έκανε και εξτρά κατ’ οίκον μαθήματα μία εποχή. Έτσι, δεν είναι καθόλου παράξενο που έχουν διατηρήσει άριστη σχέση σήμερα που ο ίδιος έχει προοδεύσει. Μου λέει και κάτι ακόμη: «Δεν κατάφερα ποτέ να ξεπεράσω τη Νίκη, την πρώτη καθηγήτρια μου, ακόμη κι όταν ήρθα στην Αθήνα και με έστειλε στη δική της καθηγήτρια, τη Σοφία Μυράτ. Είχα πέσει, όμως, στη δυσκολία προσαρμογής, του στυλ ”βρες δουλειά, μείνε μόνος σου και πάλεψε για να ζήσεις”, επομένως δεν είχα την πολυτέλεια να συνεχίσω σ’ ένα σταθερό επίπεδο μουσικών σπουδών. Πάντα ξεκινούσα, έκανα μαθήματα, έβρισκα άσχετες δουλειές, σταματούσα, ξανάρχιζα κ.ο.κ.» Ο Σπύρος πιστεύει πως είναι σοβαρό το θέμα με τα ωδεία, αφού μπορεί να’χεις ταλέντο και θέληση να μελετήσεις, όχι όμως και τα χρήματα για να σπουδάσεις κανονικά. Μοιραία, όταν κατάλαβε πως δεν θέλει να γίνει κλασικός πιανίστας, στράφηκε και σε άλλα δημιουργικά πράγματα!

Φωτογραφία: Ευαγγελία Θωμάκου«Η σκέψη και η ζωή μου άλλαξαν όταν πέρασα στο Εθνικό Θέατρο. Είχε γίνει προκήρυξη για πολλά εργαστήρια, ένα απ’ τα οποία ήταν κι αυτό της μουσικής για θέατρο και κινηματογράφο. Την επιμέλεια του είχαν ο Νίκος Κυπουργός και ο Κορνήλιος Σελαμσής και ήταν η πρώτη χρονιά που το κάνανε». Ο Σπύρος θεωρεί σοκαριστική σχεδόν την εμπειρία του, δεδομένου και του ότι πέρασε με την πρώτη, μεταξύ δεκαπέντε άλλων παιδιών. Έστειλε το υλικό του, πέρασε από interview και τον δέχτηκαν. Έτσι ξεκίνησε ένας άλλος κύκλος σπουδών, παρόλο που είχε ήδη επαφή με το θέατρο. «Στο Εθνικό δουλέψαμε με τόσα πολλά και διαφορετικά πράγματα που, ειλικρινά, σου καλλιεργούσαν τον εγκέφαλο! Σκέψου ότι τις δύο απ’ τις τέσσερις ώρες διαβάζαμε κείμενα, μελετούσαμε φιλοσοφία». Για το τρίτο έτος, όταν την επιμέλεια του τμήματος είχε αποκλειστικά ο Σελαμσής, έχει κάτι να πει ο Παρασκευάκος: «Ο Κορνήλιος ήταν ένας σπουδαίος δάσκαλος, αλλά ήμασταν και στην απόλυτη κόντρα, αφού αυτό που κάνει εκείνος είναι τελείως αντίθετο μ’ αυτό που κάνω εγώ. Ο Κορνήλιος κάνει σύγχρονη μουσική και, ξέρεις, κατά ένα τρόπο ο ένας σιχαινόταν αυτό που έκανε ο άλλος. Ο Κορνήλιος πίστευε ότι εγώ κάνω τραγουδάκια κι εγώ πίστευα πάλι πως αυτό που κάνει, δεν είναι καν μουσική. Μας έβαζε ν’ ακούμε Ξενάκη για μισή ώρα και μια μέρα ζήτησε ”Να μας πει πρώτος ο Παρασκευάκος τη γνώμη του”, που την ήξερε φυσικά από πριν. ”Θέλω να σε δείρω” απάντησα, ”γιατί αυτή τη στιγμή μ’ έχεις εκνευρίσει”» (γέλια) Βέβαια, του θυμίζω σ’ αυτό το σημείο πως και ο Μάνος Χατζιδάκις, ο μέγας τραγουδοποιός, λάτρευε τον Γιάννη Χρήστου ως έναν πολύ προωθημένο συνθέτη. «Το αντιλαμβάνομαι κι εγώ αυτό» παραδέχεται ο Σπύρος, «την ύψιστη νοητική λειτουργία των ανθρώπων αυτών, απλά για μένα το τραγούδι είναι υπόθεση της καθημερινότητας».

Ταυτόχρονα με την ενασχόληση του με τη μουσική για θέατρο, είχε ήδη περάσει και στην Τέταρτη Ακρόαση της Μικρής Άρκτου του Παρασκευά Καρασούλου. Διάβασε τη σχετική αγγελία και αποφάσισε να στείλει κομμάτια. «Για μας ήταν πιο ξεκάθαρα τα πράγματα, γιατί είχαμε δει ποιοι είχαν ξεχωρίσει απ’ τις Ακροάσεις τα προηγούμενα χρόνια. Καλλιτέχνες σαν τον Καραμουρατίδη και τη Μποφίλιου, με τους οποίους μεγαλώσαμε, οπότε ξέραμε το ύφος που θα κινηθούμε. Συν τοις άλλοις, η Μικρή Άρκτος είχε όλη αυτή την ποιότητα που εγώ ήθελα». Παρόλο που δεν τα πάει καλά με τους διαγωνισμούς, ο Σπύρος έστειλε τα τραγούδια του και μετά το…ξέχασε, αρνούμενος να μπει στη λογική ενός άγχους. Κάπως έτσι έγινε και με τα άλλα παιδιά: «Τηλεφώνησα στους αδερφούς Καλογεράκη, τους λέω ”Ρε παιδιά, δεν στέλνετε κι εσείς κάνα τραγούδι;” Με τον Παντελή και τον Μιχάλη γνωριζόμασταν απ’ όταν ήρθα Αθήνα, μέσω YouTube και των social media. Είχαμε κάνει και κάποια πρώτα live μαζί». Μόνο θετικό βλέπει το γεγονός πως όλα τα παιδιά γνωρίζονταν μεταξύ τους, έστω σαν άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, με δεδομένη όμως την ομοψυχία, το μοίρασμα και την ελπίδα. Μια μέρα που βρισκόταν στο σούπερ μάρκετ, χτύπησε το τηλέφωνο του και ήταν ο Καρασούλος. «Δεν ήμουν πολύ στη φάση, πέρναγαν κι αυτοκίνητα, δεν άκουγα καλά…Ο άνθρωπος μου ζήταγε ραντεβού για δουλειά κι εγώ του έλεγα πως δεν ξέρω αν μπορώ αυτόν τον καιρό κλπ.» (γέλια) Αργότερα, όταν γνωρίστηκαν, ο Καρασούλος κατάλαβε πως δεν είχε αντιδράσει έτσι από ασέβεια, αλλά από τις συνθήκες της στιγμής.

Στο CD με την Τέταρτη Ακρόαση της Μικρής Άρκτου ο Σπύρος είχε μέσα δύο τραγούδια: Τον «Γλυκό Γενάρη» που τραγούδησε ο Απόστολος Κίτσος και το «Βήμα εκτός», που προϋπήρχε για το θέατρο, επίσης με τον Κίτσο. Το ίδιο διάστημα, χωρίς να’ναι πλήρως καταρτισμένοι, έδιναν πολλές συναυλίες υπό την εποπτεία του Καρασούλου, κάτι που βοήθησε στο να δεθούν ακόμη πιο πολύ όλοι οι δημιουργοί μεταξύ τους. Και οι δύο προσωπικοί του δίσκοι προέκυψαν από την ανάγκη να βρεθεί με έναν ερμηνευτή και να του γράψει τραγούδια, αν και για τη δουλειά με τον Ζαχαρία Καρούνη, υπεύθυνος ήταν ο Καρασούλος. «Με τον Ζαχαρία, αν και προερχόμαστε από διαφορετικούς μουσικούς κόσμους, νιώσαμε κατευθείαν, απ’ την πρώτη πρόβα, ότι μπορούμε να συνεργαστούμε και να δουλέψουμε. Σήμερα τραβάει μια πολύ ωραία πορεία και είμαστε σαν αδέρφια, όχι απλά φίλο». Η αλήθεια είναι πως ο δίσκος με τον Καρούνη δεν «περπάτησε» ιδιαιτέρως, κάτι που ο Παρασκευάκος το αποδίδει στη δική του ανωριμότητα. «Δεν φτάνει που τελειώνεις ένα έργο, μετά ξεκινά η αγωνία του πως θα φτάσει στα αυτιά των ακροατών. Εγώ δεν έχω παράπονα από τα ραδιόφωνα, με έχουν στηρίξει σταθμοί χωρίς να γνωρίζω προσωπικά κανέναν παραγωγό, αλλά γενικά εκεί επισημαίνεται το πρόβλημα. Βάζεις έναν σταθμό κι ακούς τα ίδια και τα ίδια τα τελευταία 15 χρόνια σαν να μην προτείνουν τίποτα καινούργιο κι, έτσι, μοιραία μας μένει το internet. Πάντως, πιθανώς κι εγώ να μην είχα ολοκληρωθεί ως συνθέτης όταν έγινε η συγκεκριμένη δουλειά, να υπήρχε μία αμηχανία εκ μέρους μου συγκριτικά με τον πολύ πιο έμπειρο Ζαχαρία».

Ζαχαρίας Καρούνης – Σπύρος Παρασκευάκος (φωτογραφία: Ευαγγελία Θωμάκου)Για τη δεύτερη εργασία του, την «Τρίτη έξοδο», το «πάντρεμα» με τον στιχουργό Γιάννη Βασιλόπουλο έγινε και πάλι μέσω της Μικρής Άρκτου. Σε καμία περίπτωση δεν υπήρχε προοπτική ενός ολόκληρου δίσκου. Η αρχική ιδέα ήταν να έγραφε δύο τραγούδια για ένα δίσκο του Βασιλόπουλου, όμως η πρώτη φορά που δούλευε αποκλειστικά μ’ έναν στιχουργό φάνηκε εξ αρχής ότι θα απέδιδε καρπούς. «Συνέβαινε το εξής περίεργο, με το που έστελνε ένα στιχούργημα του ο Γιάννης, το τραγούδι ήταν έτοιμο σε πέντε λεπτά, σαν να ήταν εκεί για πάντα! Έγραψα ένα, δύο, μετά τρία, μετά πέντε και σε ελάχιστο χρόνο, είδαμε ότι βγάζαμε ολόκληρο δίσκο! ”Πάμε να το κάνουμε” είπαμε κι έτσι προέκυψε η δουλειά με ταχύτητες που δεν τις είχα συνειδητοποιήσει». Με την «Τρίτη έξοδο» κατάλαβε πως είναι να δουλεύεις σαν κανονικός συνθέτης, δομικά και μουσικά. Ερμηνεύτρια τους έγινε η Δήμητρα Σελεμίδου, η οποία είχε ήδη συνεργαστεί με τον Βασιλόπουλο στην Τέταρτη Ακρόαση σε ένα κομμάτι σε μουσική Αντώνη Παπακωνσταντίνου«Εγώ τη Δήμητρα δεν την ήξερα κι επειδή έμενε στη Φλώρινα, δεν είχαμε την ίδια επαφή όπως με τ’ άλλα παιδιά. Ξεκίνησε μια όμορφη συνεργασία» μου αφηγείται και του υπενθυμίζω πως έως και η Νατάσσα Μποφίλιου είχε μιλήσει κολακευτικά για τη συγκεκριμένη δουλειά τους. «Με τη Νατάσσα και τον Θέμη μπορεί να είμαστε χρόνια φίλοι, αλλά ποτέ δεν έμπλεξα τη φιλία με τα επαγγελματικά, δεν θα το έκανα ποτέ. Ήταν ξαφνικό και χαρήκαμε με τη στήριξη της Νατάσσας, όπως και μ’ αυτή σημαντικών άλλων καλλιτεχνών, που μας εκθείαζαν είτε σαν ομάδα, είτε τον καθένα ξεχωριστά». Αποτέλεσμα ήταν να πάει καλά σε γενικές γραμμές ο δίσκος, αν και σύμφωνα με τον ίδιο, «πήγε καλά, γιατί το στηρίξαμε πολύ, τόσο εμείς, όσο και ο Καρασούλος, που πίστεψε πολύ στη δουλειά. Δουλέψαμε εμμονικά, σκεφτόμασταν μερόνυχτα ολόκληρα την κάθε μας κίνηση, ακόμη και το τι τραγούδι θα πούμε στις εκπομπές που μας καλούσαν. Λέγαμε ”όχι, εμείς θα πούμε αυτό” κι ας ήταν μια μπαλάντα πεντάλεπτη για πιάνο – φωνή, κάτι εκ φύσεως δηλαδή αντιτηλεοπτικό». Ερωτώ τον Σπύρο αν η χημεία μεταξύ τους έπαιξε ρόλο στην επιτυχία του δίσκου και αν αυτή η χημεία διατηρείται μέχρι σήμερα με σκοπό να οδηγήσει σε κάτι καινούργιο. «Φαινομενικά με τα παιδιά ταιριάξαμε πάρα πολύ, αλλά τώρα εκ των υστέρων που έχει κλείσει ο κύκλος, συνειδητοποιήσαμε πως το μόνο που μας ένωνε ήταν η πίστη στο έργο μας. Στην πραγματικότητα, ούτε με τον Γιάννη, ούτε με τη Δήμητρα ταιριάζω, δεν είμαστε καθόλου ίδιοι άνθρωποι». Ο Σπύρος συνεχίζει και βγάζει μια πικρία και μια στενοχώρια που, ομολογουμένως, δεν την περίμενα: «Φτάσαμε σ’ ένα σημείο που οι άλλοι ήθελαν ν’ ακολουθήσουν τις φιλοδοξίες και τα όνειρα τους, ακόμη και ν’ αναμετρηθούν με το σημαντικό βιοποριστικό κομμάτι. Εγώ όμως δένομαι πολύ με τους συνεργάτες μου, τους θεωρώ δικούς μου ανθρώπους. Μ’ αυτά τα παιδιά, ενώ δέθηκα πάρα πολύ και στην ουσία δόθηκα σ’ ένα όραμα του 17χρονου τότε Γιάννη, μου έπεσε πολύ βαρύ συναισθηματικά το σταμάτημα της συνεργασίας μας και τρομερά σκληρό». Σήμερα, πάντως, αποκλείει να ξανασυνεργαστούν οι τρεις τους.

Δήμητρα Σελεμίδου – Σπύρος ΠαρασκευάκοςΑπό κει και πέρα, το ότι έκανε δύο δίσκους μέσα σε μία διετία, τον έκανε να αναθεωρήσει κάποια πράγματα για τις προτεραιότητες του στο δρόμο της μουσικής. «Δεν ήταν το ίδιο όταν κάναμε τα δύο κομμάτια με τον Απόστολο Κίτσο» εξομολογείται ο Παρασκευάκος. «Μεγαλώνοντας ο Κίτσος και μπαίνοντας κι αυτός στο δημιουργικό κομμάτι της ενορχήστρωσης, αλλά και της σύνθεσης, ανακάλυψε κόσμους, που εμένα με κάνουν να μην τον κατατάσσω σήμερα στους ερμηνευτές, αλλά στους δημιουργούς που έχουν να προσφέρουν πολλά»! Από το πρόσφατο live του Κίτσου, άλλωστε, μαζί με τους αδερφούς Καλογεράκη, ο Σπύρος παραδειγματίστηκε αναφορικά με το πιο εσωτερικό μέρος μιας παράστασης!

Αυτόν τον καιρό, παρότι δεν έχει σταματήσει να γράφει μουσικές για το θέατρο, αποφάσισε να δώσει μεγαλύτερη σημασία στα live του. «Υπήρξα δυσανάλογος ως προς αυτό, έκανα δίσκους, αλλά υστερούσα πολύ στα live. Είχα ανάγκη να γίνω καλύτερος και να βλέπω σε μένα όλα αυτά που παρακολουθούσα μέσω του θεάτρου. Εκεί είπα να κάνω την ψυχοθεραπεία μου on stage». Στο πλαίσιο, λοιπόν, αυτής του της επιθυμίας πραγματοποιείται η συναυλία του στην Αγγλικανική Εκκλησία στο Σύνταγμα – μία και μοναδική συναυλία, που ευελπιστεί να τη γυρίσει και σε άλλα μέρη εντός κι εκτός Αθηνών. Στην ουσία πρόκειται για μία κανονική παράσταση, αφού περιέχει και ποιήματα από τις ποιητικές συλλογές του, διότι – αυτό δεν το είπαμε – ο Παρασκευάκος έχει ήδη εκδώσει στη Μικρή Άρκτο την πρώτη ποιητική συλλογή του, ενώ επίκειται η έκδοση της δεύτερης που θα έχει την υφή μονολόγου. «Γράφω συνέχεια, είτε κείμενα, είτε τραγούδια χωρίς να ξέρω την τελική μελλοντική δομή τους» μου λέει και τα μάτια του λάμπουν από ενθουσιασμό. «Φέτος, βέβαια, είπα στοπ! Κουράστηκα, βαρέθηκα, δεν είχα κάτι να εμπνευστώ και θέλησα να αφιερωθώ αποκλειστικά στα live».

Κάτι που για μένα έχει σημασία και που δεν το γνωρίζει πολύς κόσμος είναι πως ο Παρασκευάκος για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα εργαζόταν ως…περιπτεράς. Υπάρχει καλύτερη πηγή έμπνευσης για τραγούδια και κείμενα; Του ζητάω, λοιπόν, να μου αφηγηθεί τη συγκεκριμένη ιστορία – κομμάτι του βίου του: «Δεν είχα δουλειά, βρήκα μια αγγελία και πήγα. Το περίπτερο είναι μια μεγάλη ιστορία, το να δουλεύεις μόνος σου για ένα οκτάωρο μέσα σ’ ένα τετραγωνικό μέτρο ήταν κάτι αδιανόητο για μένα, που μπορεί να περνούσα άλλες οκτώ ώρες στο πιάνο κι άλλες οκτώ ώρες στον καναπέ μου με το να σκέπτομαι διάφορα. Έχω κρατήσει πράγματα στην άκρη, τα οποία σίγουρα θα συμπεριληφθούν σε ένα επόμενο ποιητικό βιβλίο μου». Ανάμεσα σ’ αυτά τα «πράγματα» υπάρχουν και δυσάρεστες εμπειρίες, όπως η λεκτική επίθεση που είχε δεχτεί από έναν μεθυσμένο διερχόμενο ταξιτζή ή η απρόσμενη συνάντηση του με έναν ηλικιωμένο πελάτη, ο οποίος έπασχε από αλτσχάιμερ. «Παρόλα αυτά, το περίπτερο ήταν μια μεγάλη σπουδή για μένα. Έπρεπε να μάθω νά’χω τα πάντα οργανωμένα μέσα σ’ έναν τρομερά περιορισμένο χώρο και, το βασικότερο, να διαχειριστώ τόσους και τόσους διαφορετικούς ανθρώπους που αποτελούν τη δομή της νεοελληνικής κοινωνίας».

Ο καφές και η συζήτηση με τον Σπύρο Παρασκευάκο φτάνουν στο τέλος τους με δυο λόγια για τους ερμηνευτές της αναμενόμενης συναυλίας του: Τον Σταύρο Νιφοράτο, που όλο έλεγαν να συνεργαστούν μα τώρα βρέθηκε η κατάλληλη στιγμή, την Κατερίνα Παράσχου, μια «απ’ τις πιο σωστές τεχνικά ερμηνεύτριες που έχω συναντήσει», όπως λέει ο ίδιος γι’ αυτήν, και την ηθοποιό Ιωάννα Λέκκα στην αφήγηση, η οποία όμως τραγουδάει επίσης εξαιρετικά. Μου μιλάει με ενθουσιασμό και για τη μπάντα του, αποτελούμενη από τον Ιάσωνα Μαυρογεώργιο που παίζει κιθάρες κι επιμελήθηκε μαζί του τις ενορχηστρώσεις, τον Αλέξη Στενάκη στα πνευστά και τον Αλέξανδρο Κούρο στα συνθεσάιζερ και στο laptop. Του εύχομαι κάθε επιτυχία, να συνεχίσει να είναι τόσο δημιουργικός και σύντομα να έχουμε δισκογραφημένα τα καινούργια τραγούδια του.

Η πρόσφατη διασκευή του Σπύρου Παρασκευάκου στον «Κηπουρό» του Παύλου Παυλίδη ξεχώρισε αμέσως για την ερμηνευτική και μουσική/ ηχητική του προσέγγιση. Σκηνοθεσία βίντεο: Μενέλας Σιαφακας

* Η παράσταση του Σπύρου Παρασκευάκου με τίτλο «Room Sessions» πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 30/11 στην Αγγλικανική Εκκλησία Αγίου Παύλου (Φιλελλήνων 27, Σύνταγμα). Τραγουδούν: Σταύρος Νιφοράτος – Κατερίνα Παράσχου. Στην αφήγηση η Ιωάννα Λέκκα. 

koutipandoras.gr 

Μοιραστείτε το άρθρο

Περισσότερα Νέα